Δελτίο Τύπου: Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές

Δελτίο Τύπου: Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές

 

Νέα ανάλυση του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ αναδεικνύει κρίσιμες μεταβολές στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού: αυξανόμενη και παγιωμένη πλέον εξάρτηση από αναπληρωτές, έντονη γήρανση του προσωπικού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χαμηλές αποδοχές, υψηλό επίπεδο προσόντων και δεξιοτήτων, επιβάρυνση των συνθηκών εργασίας και ενδείξεις υποχώρησης της ελκυστικότητας βασικών πανεπιστημιακών τμημάτων που τροφοδοτούν το επάγγελμα.

Στο πλαίσιο της εκδήλωσης του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και της ΟΙΕΛΕ στη Θεσσαλονίκη, στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, παρουσιάστηκε η μελέτη «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές». Μετά την παρουσίαση ακολούθησε στρογγυλό τραπέζι με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών από τα πεδία της εκπαιδευτικής πολιτικής και της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης. Η ανάλυση συνδυάζει στοιχεία του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ για τη στελέχωση, τη σύνθεση και τις αποδοχές του διδακτικού προσωπικού και για την ελκυστικότητα των πανεπιστημιακών τμημάτων που συνδέονται με το επάγγελμα, με πρόσφατα κλαδικά ευρήματα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για τις δεξιότητες, την επαγγελματική ανάπτυξη, τον χρόνο και τις συνθήκες εργασίας, καθώς και με ευρήματα έρευνας της ΔΟΕ για την εργασιακή εξουθένωση και το εργασιακό περιβάλλον των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Κεντρικό ερώτημα της μελέτης είναι με ποιους όρους το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να προσελκύει, να αξιοποιεί και να διατηρεί εκπαιδευτικούς υψηλών προσόντων. Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη. Παρά την αύξηση του συνολικού διδακτικού προσωπικού την τελευταία δεκαετία, η στελέχωση βασίζεται όλο και περισσότερο στους αναπληρωτές, ενώ το μόνιμο προσωπικό μειώνεται σχεδόν σε όλες τις βαθμίδες. Ταυτόχρονα, η δευτεροβάθμια εκπαίδευση εμφανίζει έντονο πρόβλημα ηλικιακής ανανέωσης και οι αποδοχές των Ελλήνων εκπαιδευτικών παραμένουν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την ΕΕ και τον ΟΟΣΑ. Από την άλλη πλευρά, καταγράφεται υψηλό επίπεδο προσόντων και ισχυρή αντιστοίχιση δεξιοτήτων και εργασίας. Η εικόνα αυτή συνυπάρχει, όμως, με σημαντικές πιέσεις στις συνθήκες και την ποιότητα της εργασίας και με ενδείξεις υποχώρησης της ελκυστικότητας των σπουδών που τροφοδοτούν βασικούς κλάδους του επαγγέλματος.

 

1. Στελέχωση: η προσωρινή απασχόληση αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά

  • Το σχολικό έτος 2023-2024 καταγράφονται συνολικά 668 εκπαιδευτικοί στην προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξέλιξη του διδακτικού προσωπικού την τελευταία δεκαετία δεν είναι ομοιόμορφη ανά βαθμίδα. Μεταξύ 2015 και 2024 η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στην ειδική αγωγή (+65%) και στην προσχολική εκπαίδευση (+49,4%), ενώ το προσωπικό αυξάνεται κατά 18,5% στα δημοτικά και κατά 10,1% στα γυμνάσια. Μικρότερη είναι η αύξηση στην επαγγελματική εκπαίδευση (+5,9%), ενώ στα γενικά λύκεια, αντίθετα, παραμένει ουσιαστικά σταθερό (+1,8%).
  • Η αύξηση του συνολικού προσωπικού συνοδεύεται από σαφή μεταβολή της σύνθεσης της στελέχωσης. Οι αναπληρωτές αντιστοιχούν πλέον στο 33,1% του διδακτικού προσωπικού στα νηπιαγωγεία, στο 25,6% στα δημοτικά, στο 24,2% στην επαγγελματική εκπαίδευση, στο 21,2% στα γυμνάσια και στο 14,3% στα γενικά λύκεια.
  • Η διαχρονική εξέλιξη δείχνει ότι η χρήση αναπληρωτών δεν αποτελεί πλέον συγκυριακό μηχανισμό κάλυψης αναγκών, αλλά παγιωμένο στοιχείο της στελέχωσης. Μεταξύ 2015 και 2024, στα γυμνάσια οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13,0%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Στα γενικά λύκεια οι αντίστοιχες μεταβολές ήταν -13,4% και +215,3%, στην επαγγελματική εκπαίδευση -12,6% και +202,1%, ενώ στα δημοτικά το μόνιμο προσωπικό μειώθηκε κατά 6,0% και οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 178,6%. Η προσωρινή στελέχωση αποκτά έτσι χαρακτηριστικά μονιμότητας ως τρόπος κάλυψης λειτουργικών αναγκών.

 

2. Έντονη γήρανση και περιορισμένη ηλικιακή ανανέωση

  • Ιδιαίτερα έντονο είναι και το ζήτημα της ηλικιακής ανανέωσης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόλις 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη και 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια είναι κάτω των 30 ετών, έναντι 57,8% και 58,3% αντίστοιχα που είναι ηλικίας 50 ετών και άνω. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης και στις δύο βαθμίδες ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών.
  • Η ηλικιακή ανισορροπία έχει μάλιστα ενταθεί. Μεταξύ 2015 και 2024 το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 50 ετών και άνω αυξήθηκε κατά 12,9 ποσοστιαίες μονάδες στην κατώτερη και κατά 11,4 μονάδες στην ανώτερη δευτεροβάθμια, με πολύ ταχύτερο ρυθμό από ό,τι στην ΕΕ-27. Σήμερα, για κάθε εκπαιδευτικό κάτω των 30 αντιστοιχούν περίπου 41 εκπαιδευτικοί 50+ στην κατώτερη και 36 στην ανώτερη δευτεροβάθμια. Η σημερινή ηλικιακή διάρθρωση δεν αποτελεί μόνο δημογραφικό χαρακτηριστικό του κλάδου, αλλά και προειδοποιητικό δείκτη για τη μελλοντική στελέχωση. Η εξαιρετικά περιορισμένη είσοδος νεότερων εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με τη μεγάλη συγκέντρωση του προσωπικού στις ηλικίες 50 ετών και άνω, καθιστά αναγκαίο τον έγκαιρο προγραμματισμό της ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού, πριν οι αναμενόμενες αποχωρήσεις μεταφραστούν σε μαζικά και δυσκολότερα διαχειρίσιμα κενά στελέχωσης.
  • Η σύνθεση του επαγγέλματος έχει και σαφή έμφυλη διάσταση. Οι γυναίκες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα του διδακτικού προσωπικού, χωρίς όμως αντίστοιχη εκπροσώπηση στις θέσεις διοίκησης. Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αποτελούν το 76,8% των εκπαιδευτικών αλλά μόλις το 55,3% των διευθυντικών στελεχών. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 70,1% και 55,5%, ενώ στην ανώτερη δευτεροβάθμια 59,6% και 43,6%. Η απόσταση μεταξύ συμμετοχής στο διδακτικό προσωπικό και συμμετοχής στη διοίκηση είναι εντονότερη στην Ελλάδα από ό,τι κατά μέσο όρο στην ΕΕ-27.

 

3. Μισθολογική υστέρηση σε όλη την επαγγελματική διαδρομή

  • Οι αποδοχές των Ελλήνων εκπαιδευτικών παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Η υστέρηση δεν αφορά μόνο το απόλυτο ύψος των αμοιβών, αλλά καταγράφεται και όταν οι εκπαιδευτικοί συγκρίνονται με άλλους εργαζομένους αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου.
  • Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, οι αποδοχές των εκπαιδευτικών αντιστοιχούν στο 69,3% των αποδοχών άλλων εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση, έναντι 82,3% στην ΕΕ-25 και 82,6% στον ΟΟΣΑ. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια, το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα είναι 72,2%, έναντι 84,9% στην ΕΕ-25 και 86,6% στον ΟΟΣΑ, ενώ στην ανώτερη δευτεροβάθμια παραμένει στο 72,2%, έναντι 89,9% και 90,7% αντίστοιχα.
  • Η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη ήδη από την είσοδο στο επάγγελμα. Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 43.526 δολαρίων στην ΕΕ-25 και 44.465 στον ΟΟΣΑ. Ο ελληνικός αρχικός μισθός αντιστοιχεί, δηλαδή, μόλις στο 53,7% του ευρωπαϊκού και στο 52,5% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, κατατάσσοντας την Ελλάδα 38η μεταξύ 38 χωρών.
  • Το μισθολογικό χάσμα δεν κλείνει ουσιαστικά με την εξέλιξη της σταδιοδρομίας. Μετά από 15 έτη υπηρεσίας, ο θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 627 δολάρια, έναντι 57.317 στην ΕΕ-25 και 59.673 στον ΟΟΣΑ. Ακόμη και στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο, οι ελληνικές αποδοχές, 45.153 δολάρια, παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα περίπου 70 χιλιάδες δολάρια που καταγράφονται κατά μέσο όρο στην ΕΕ-25 και στον ΟΟΣΑ.
  • Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο δυσμενής όταν ληφθεί υπόψη η πραγματική εξέλιξη των αποδοχών. Μεταξύ 2015 και 2024 η πραγματική αξία του αρχικού θεσμοθετημένου μισθού στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ ο μισθός μετά από 15 έτη μειώθηκε κατά 8,4%. Την ίδια περίοδο, στις χώρες του ΟΟΣΑ με διαθέσιμα στοιχεία καταγράφεται κατά μέσο όρο πραγματική αύξηση 14,9% στον αρχικό μισθό και 8,8% στον μισθό μετά από 15 έτη.
  • Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι σε μία ιδιαίτερα δυσμενή θέση: συνδυάζει ένα από τα χαμηλότερα σημεία εκκίνησης με αρνητική πραγματική εξέλιξη των αποδοχών. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια, είναι μία από μόλις τέσσερις χώρες, μαζί με την Κόστα Ρίκα, την Ιταλία και την Πορτογαλία, που βρίσκονται ταυτόχρονα κάτω από τον μέσο αρχικό μισθό του ΟΟΣΑ και καταγράφουν πραγματική μείωση κατά την περίοδο 2015-2024. Αντίθετα, χώρες με επίσης χαμηλό σημείο εκκίνησης, όπως η Σλοβακία και η Λετονία, κατέγραψαν σημαντικές πραγματικές αυξήσεις την ίδια περίοδο.
  • Η μισθολογική ελκυστικότητα του επαγγέλματος, επομένως, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα του πρώτου μισθού. Αφορά το σύνολο της επαγγελματικής διαδρομής: τη μισθολογική εξέλιξη, τη σταθερότητα της απασχόλησης, τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης και την ποιότητα της καθημερινής εργασίας. Σε συνδυασμό με την εξαιρετικά περιορισμένη παρουσία νεότερων εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια, τα στοιχεία αναδεικνύουν τη μισθολογική πολιτική ως κρίσιμο παράγοντα για την προσέλκυση και την παραμονή στο επάγγελμα, αλλά και την ανάγκη να εξεταστούν παράλληλα οι πραγματικοί όροι μέσα στους οποίους ασκείται η εκπαιδευτική εργασία.

 

4. Ποιότητα της εργασίας: μορφή απασχόλησης, χρόνος, εργασιακό περιβάλλον και υγεία

  • Η ποιότητα της εργασίας δεν αφορά μόνο τον φόρτο ή την ένταση της καθημερινής εργασίας, αλλά και τη μορφή της απασχόλησης. Στην Ελλάδα η μερική απασχόληση είναι σχεδόν ανύπαρκτη στη δημόσια εκπαίδευση, ενώ στον ιδιωτικό τομέα εμφανίζεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα. Το 2024 αφορά το 26,2% των εκπαιδευτικών στην ιδιωτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το 60,9% στην ιδιωτική κατώτερη δευτεροβάθμια και το 45,3% στην ιδιωτική ανώτερη δευτεροβάθμια, έναντι μόλις 0,4%, 1,6% και 3,6% αντίστοιχα στον δημόσιο τομέα.
  • Ιδιαίτερα έντονη είναι η εικόνα στην κατώτερη δευτεροβάθμια, όπου το ελληνικό ποσοστό μερικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, 60,9%, υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο της ΕΕ-27, 42,2%, και αποτελεί το τρίτο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 24 κρατών-μελών για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Η μορφή της εργασιακής σχέσης αποτελεί, επομένως, κρίσιμη παράμετρο της ποιότητας της απασχόλησης στον ιδιωτικό εκπαιδευτικό τομέα.
  • Η εικόνα συμπληρώνεται από τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα. Στον κλάδο της Εκπαίδευσης, 57,9% δηλώνει ότι εκτίθεται σε τακτική ή συχνή βάση σε πίεση χρόνου ή μεγάλο φόρτο εργασίας, ποσοστό πολύ κοντά στο 60,0% του συνόλου του ιδιωτικού τομέα. Εκεί όπου η Εκπαίδευση διαφοροποιείται ιδιαίτερα είναι στην εργασία στον ελεύθερο χρόνο, όπου το ποσοστό φτάνει το 31,8%, σχεδόν διπλάσιο από το 15,9% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα, καθώς και στις άλλες αιτίες πρόκλησης άγχους, που αναφέρονται από το 29,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση, έναντι 22,2% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα.
  • Η εργασιακή επιβάρυνση αποτυπώνεται και στην υγεία. Μεταξύ όσων έχουν εκτεθεί σε τουλάχιστον έναν επιβαρυντικό παράγοντα, το 48,7% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση αναφέρει εμφάνιση ή επιδείνωση άγχους που θεωρεί ότι σχετίζεται με την εργασία, έναντι 42,1% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Αντίστοιχα, 39,7% αναφέρει πονοκεφάλους ή κόπωση ματιών, έναντι 28,9%. Άλλες επιπτώσεις που καταγράφονται είναι η συνολική κόπωση ή εξάντληση στο 22,3% και οι πόνοι σε οστά και αρθρώσεις στο 20,8%.
  • Τα στοιχεία δείχνουν ότι η εργασιακή επιβάρυνση στην Εκπαίδευση δεν έχει μόνο μία μορφή, αλλά συνδυάζει πίεση χρόνου, επέκταση της εργασίας στον ελεύθερο χρόνο και ψυχοκοινωνικές απαιτήσεις. Ως προς την πρόσθετη εργασία, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις εργαζομένους στην Εκπαίδευση (25,8%) εργάζονται πέρα από το κανονικό ωράριο τουλάχιστον μερικές φορές, ενώ 11,6% δηλώνει ότι το κάνει συχνά ή πολύ συχνά. Μεταξύ όσων εργάζονται επιπλέον ώρες, περισσότεροι από 1 στους 5 (21,2%) εργάζονται πάνω από 5 πρόσθετες ώρες την εβδομάδα, ενώ το 2,9% ξεπερνά τις 10 ώρες.
  • Ωστόσο, η πρόσθετη αυτή εργασία αμείβεται πολύ λιγότερο συχνά στην Εκπαίδευση από ό,τι στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Μόλις 21,2% όσων εργάζονται επιπλέον ώρες δηλώνει ότι πληρώνεται γι’ αυτές, έναντι 54,8% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Αντίθετα, 63,5% δηλώνει ότι δεν πληρώνεται, έναντι 34,5% συνολικά, ενώ 11,5% λαμβάνει άδεια ή ρεπό ως αντιστάθμιση.
  • Συμπληρωματική εικόνα για τις συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος προκύπτει από έρευνα της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο συνολικός δείκτης εργασιακής εξουθένωσης διαμορφώνεται σε 51,47/100, ενώ 85% αναφέρει υπερβολικό φόρτο εργασίας και 64% έλλειψη σεβασμού προς την εργασία.
  • Η ίδια έρευνα αναδεικνύει ελλείμματα και στο οργανωτικό και επαγγελματικό περιβάλλον: 56% αναφέρει έλλειψη υποστήριξης από τα εκπαιδευτικά στελέχη, 52% διαφωνεί ότι παρέχονται δυνατότητες συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης και κατάρτισης και 44% δηλώνει ότι δεν διαθέτει επαρκή αυτονομία στη διδασκαλία. Θετική διάσταση αποτελεί το γεγονός ότι 69% αναφέρει θετικές σχέσεις μεταξύ των συναδέλφων.
  • Σε συνδυασμό, τα ευρήματα από διαφορετικές πηγές δείχνουν ότι η ποιότητα της εκπαιδευτικής εργασίας είναι πολυδιάστατο ζήτημα. Στον ιδιωτικό κλάδο καταγράφονται υψηλή συχνότητα μερικής απασχόλησης σε ορισμένες βαθμίδες, εργασία που επεκτείνεται στον ελεύθερο χρόνο, περιορισμένη αμοιβή της πρόσθετης εργασίας και αυξημένη παρουσία άγχους και κόπωσης. Παράλληλα, η έρευνα της ΔΟΕ στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση καταγράφει εργασιακή εξουθένωση και αναδεικνύει τη σημασία του φόρτου εργασίας, της αναγνώρισης, της διοικητικής υποστήριξης, της επαγγελματικής ανάπτυξης και της αυτονομίας.

 

5. Υψηλό επίπεδο προσόντων και δεξιοτήτων και ανάγκη συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης

  • Η συζήτηση για τις δεξιότητες των εργαζομένων στην Εκπαίδευση δεν αφορά μόνο την ανάγκη απόκτησης νέων γνώσεων αλλά και τον βαθμό στον οποίο οι υπάρχουσες σπουδές, γνώσεις και δεξιότητες αντιστοιχούν στην εργασία και αξιοποιούνται στην πράξη.
  • Τα πρόσφατα στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δείχνουν ιδιαίτερα υψηλή αντιστοίχιση στον ιδιωτικό κλάδο της Εκπαίδευσης. Το 87,5% χαρακτηρίζει το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων του πολύ ή πάρα πολύ σχετικό με την τρέχουσα εργασία, έναντι 44,2% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, το 98,3% θεωρεί ότι ανταποκρίνεται σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντα της θέσης του, έναντι 88,8% συνολικά, και το 88,7% δηλώνει ότι αξιοποιεί πλήρως ή αρκετά τις δεξιότητες και τις γνώσεις του, έναντι 74,6% στο σύνολο.
  • Η εικόνα επιβεβαιώνεται όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να συγκρίνουν το επίπεδο των δεξιοτήτων τους με τις απαιτήσεις της θέσης. Στην Εκπαίδευση, 79,5% δηλώνει ότι οι δεξιότητές του ταιριάζουν με όσα απαιτούνται, 19,9% ότι βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο και μόλις 0,6% σε χαμηλότερο. Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων δεν φαίνεται επίσης να αποτελεί ισχυρό λόγο σκέψης αλλαγής επαγγέλματος ή θέσης: μόνο 10,0% σκέφτεται συχνά ή πολύ συχνά να αλλάξει επάγγελμα ή θέση για τον συγκεκριμένο λόγο, ενώ 83,1% απαντά σπάνια ή ποτέ.
  • Ιδιαίτερα έντονη είναι η αξιοποίηση της τυπικής εκπαίδευσης. Το 74,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση δηλώνει μεγάλο βαθμό αξιοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων που απέκτησε μέσω Λυκείου, ΤΕΙ, ΑΕΙ κ.λπ., έναντι 43,5% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Υψηλότερη είναι επίσης η αξιοποίηση της προηγούμενης εργασιακής εμπειρίας (57,3% έναντι 47,4%) και της μη τυπικής μάθησης, όπως σεμινάρια και προγράμματα κατάρτισης (41,1% έναντι 26,5%).
  • Η υψηλή σημερινή αντιστοίχιση δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι ανάγκες δεξιοτήτων παραμένουν σταθερές. Οι εργαζόμενοι στην Εκπαίδευση δηλώνουν ως βασικότερες ανάγκες ανάπτυξης τις ψηφιακές δεξιότητες (62,9%), τις κοινωνικο-συναισθηματικές (41,4%) και τις γνωστικές (31,8%). Και στις τρεις περιπτώσεις τα ποσοστά είναι υψηλότερα από το σύνολο του ιδιωτικού τομέα, όπου διαμορφώνονται σε 48,6%, 27,9% και 24,2% αντίστοιχα.
  • Παράλληλα, το 34,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό αρκετές από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του να καταστούν παρωχημένες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια εξαιτίας οικονομικών ή τεχνολογικών εξελίξεων, έναντι 24,1% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Το εύρημα αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα συνύπαρξη: υψηλή σημερινή αντιστοίχιση δεξιοτήτων αλλά και αυξημένη επίγνωση της ανάγκης προσαρμογής στο μέλλον.
  • Η ανάγκη προσαρμογής δεν περιορίζεται στις ψηφιακές δεξιότητες. Το 9,9% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση επιλέγει τις δεξιότητες οικολογίας και βιωσιμότητας μεταξύ των δύο ομάδων δεξιοτήτων που θα ήθελε περισσότερο να αναπτύξει, έναντι 4,7% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Στην πρόσθετη κλαδική ανάλυση, η Εκπαίδευση καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη τιμή (9,9%) μεταξύ των κλάδων που εξετάζονται, μετά τη Διαχείριση Ακινήτων (10,8%). Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων είναι στατιστικά σημαντικές (p<0,001).
  • Ως προς τη συμμετοχή σε οργανωμένες μορφές επαγγελματικής ανάπτυξης το 31,1% των εργαζομένων στον κλάδο της Εκπαίδευσης δηλώνει ότι παρακολούθησε κάποιο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ή επιμόρφωσης κατά το τελευταίο έτος, έναντι 25,5% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Μεταξύ όσων συμμετείχαν, το 81,9% δηλώνει ότι το πρόγραμμα ήταν σχετικό με την εργασία του.
  • Η χρηματοδότηση της κατάρτισης παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Στην Εκπαίδευση, το 29,8% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι τη δαπάνη κάλυψε ο ίδιος ο εργαζόμενος, 29,8% ο εργοδότης και 40,4% ότι το πρόγραμμα παρασχέθηκε χωρίς κόστος ή χρηματοδοτήθηκε από τρίτο φορέα. Στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα η εργοδοτική κάλυψη είναι αισθητά υψηλότερη, 41,5%.
  • Σύμφωνα με τα απογραφικά στοιχεία που ανακοινώνει η ΕΛ.ΣΤΑΤ., σημαντικό απόθεμα πρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων καταγράφεται ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μεταπτυχιακό τίτλο διαθέτει το 14,7% των εκπαιδευτικών στα γυμνάσια, το 16,2% στα γενικά λύκεια και το 14,4% στην επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ στα γενικά λύκεια καταγράφεται και το υψηλότερο ποσοστό διδακτορικού, 1,4%.
  • Συνολικά, τα στοιχεία καταγράφουν υψηλή αυτοαναφερόμενη αντιστοίχιση προσόντων και εργασίας και υψηλή αξιοποίηση των διαθέσιμων γνώσεων και δεξιοτήτων, ταυτόχρονα όμως με αυξημένες ανάγκες ανάπτυξης, ιδίως σε ψηφιακές, κοινωνικο-συναισθηματικές και γνωστικές δεξιότητες, και με σημαντικό ποσοστό εργαζομένων να αναμένει μεταβολές στις απαιτήσεις του επαγγέλματος. Η επαγγελματική ανάπτυξη χρειάζεται, επομένως, να αντιμετωπίζεται ως συνεχής διαδικασία μέσα στην επαγγελματική διαδρομή και όχι ως αποσπασματική κατάρτιση, με πρόσβαση σε συναφή προγράμματα, χρόνο για μάθηση και ουσιαστική υποστήριξη της συνεχιζόμενης ανάπτυξης.

 

6. Η ελκυστικότητα των σπουδών: πρώιμο σήμα για τη μελλοντική στελέχωση

  • Η ελκυστικότητα του επαγγέλματος δεν αποτυπώνεται μόνο στις συνθήκες άσκησής του, αλλά και στο κατά πόσο οι σπουδές που μπορούν να οδηγήσουν σε αυτό εξακολουθούν να προσελκύουν νέους. Η ανάλυση του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ εξετάζει τέσσερις ομάδες πανεπιστημιακών τμημάτων: τα παιδαγωγικά τμήματα και τμήματα που οδηγούν στους κλάδους ΠΕ02-Φιλολόγων, ΠΕ03-Μαθηματικών και ΠΕ04-Φυσικών Επιστημών, μέσα από τέσσερις συμπληρωματικές διαστάσεις: τις προτιμήσεις των υποψηφίων, τη θέση των τμημάτων στις βασικές επιλογές των επιτυχόντων, τη σχετική θέση των βάσεων εισαγωγής και την κάλυψη των προσφερόμενων θέσεων. Οι δείκτες αυτοί δεν αποτυπώνουν από μόνοι τους την πρόθεση άσκησης του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού, παρέχουν όμως ενδείξεις για τη δυναμική των σπουδών που τροφοδοτούν βασικούς κλάδους του επαγγέλματος.
  • Τα παιδαγωγικά τμήματα εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο στις προτιμήσεις των υποψηφίων μεταξύ των ομάδων που εξετάζονται. Ωστόσο, η πορεία είναι πτωτική: το μερίδιό τους στις πρώτες προτιμήσεις μειώνεται από 9,2% το 2021 σε 8,2% το 2026, ενώ στις τρεις πρώτες προτιμήσεις από 9,9% σε 8,8%. Παρά τη μείωση αυτή, μεταξύ όσων τελικά εισάγονται σε παιδαγωγικό τμήμα, το 58,0% το 2026 το είχε δηλώσει σε μία από τις τρεις πρώτες επιλογές του, έναντι 50,9% το 2021. Η εικόνα, επομένως, δεν είναι μονοσήμαντη: η συνολική συμμετοχή στις υψηλές προτιμήσεις υποχωρεί, αλλά για σημαντικό μέρος των επιτυχόντων το παιδαγωγικό τμήμα εξακολουθεί να αποτελεί βασική επιλογή.
  • Ενδείξεις υποχώρησης καταγράφονται και στη σχετική θέση των βάσεων εισαγωγής των παιδαγωγικών τμημάτων. Η διάμεση εκατοστημοριακή θέση τους, η οποία έως το 2025 κινούνταν λίγο πάνω από το μέσο της συνολικής κατάταξης των πανεπιστημιακών τμημάτων, μειώνεται στο 48,5ο εκατοστημόριο το 2026. Παράλληλα, το ποσοστό των παιδαγωγικών τμημάτων που βρίσκονται στο ανώτερο μισό της κατάταξης υποχωρεί από 66,7% την περίοδο 2021-2024 σε 44,4% το 2026. Για πρώτη φορά στην εξεταζόμενη περίοδο, περισσότερα από τα μισά παιδαγωγικά τμήματα βρίσκονται έτσι στο κατώτερο μισό της συνολικής κατάταξης ως προς τη βάση εισαγωγής.
  • Παρά την παρατηρούμενη υποχώρηση της σχετικής θέσης των βάσεών τους, το 2026 τα παιδαγωγικά τμήματα καλύπτουν το 100% των προσφερόμενων θέσεων της γενικής σειράς των ημερήσιων ΓΕΛ. Η πλήρης κάλυψη συνυπάρχει, επομένως, με μια σταδιακή μείωση του μεριδίου στις προτιμήσεις και με αισθητή υποχώρηση της σχετικής θέσης των βάσεων. Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη κρίσης, αποτελεί όμως ένα πρώιμο σήμα που αξίζει να παρακολουθείται διαχρονικά.
  • Στους βασικούς κλάδους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης η εικόνα είναι περισσότερο άνιση. Τα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ02-Φιλολόγων εμφανίζουν περιορισμένη και υποχωρούσα συμμετοχή στις προτιμήσεις. Το 2026 το μερίδιό τους στις πρώτες επιλογές περιορίζεται στο 1,9%, από 2,5% το 2021, ενώ η διάμεση σχετική θέση των βάσεών τους υποχωρεί στο 13,1ο εκατοστημόριο. Το 2025 και το 2026 κανένα από τα 21 τμήματα της ομάδας δεν βρίσκεται στο ανώτερο μισό της συνολικής κατάταξης. Παράλληλα, το 2026 καλύπτεται το 65,1% των προσφερόμενων θέσεων, με 243 θέσεις να παραμένουν κενές, το μεγαλύτερο απόλυτο πλήθος μεταξύ των ομάδων που εξετάζονται.
  • Τα τμήματα Μαθηματικών (ΠΕ03) παρουσιάζουν διαφορετικό πρότυπο. Συγκεντρώνουν το μικρότερο μερίδιο στις προτιμήσεις των υποψηφίων (περίπου 0,5% στις πρώτες επιλογές το 2026) και εμφανίζουν τη χαμηλότερη συνολική κάλυψη θέσεων, μόλις 44,5%, με 585 κενές θέσεις. Ωστόσο, μεταξύ όσων τελικά εισάγονται, τα Μαθηματικά αποτελούν συχνά συνειδητή επιλογή: 56,2% εισάγεται στην πρώτη του επιλογή και 76,3% σε μία από τις τρεις πρώτες. Πρόκειται, επομένως, για μια σχετικά μικρή αλλά σαφώς προσανατολισμένη ομάδα υποψηφίων, η οποία δεν επαρκεί αριθμητικά για να καλύψει την προσφορά θέσεων.
  • Τα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ04-Φυσικών Επιστημών διατηρούν την υψηλότερη σχετική θέση ως προς τις βάσεις εισαγωγής. Η διάμεση εκατοστημοριακή θέση τους φτάνει το 75,1ο το 2026 και το 64% των τμημάτων βρίσκεται στο ανώτερο μισό της συνολικής κατάταξης. Η συνολική κάλυψη των θέσεων διαμορφώνεται στο 78,9%, με 665 κενές θέσεις. Ωστόσο, η συνολική εικόνα αποκρύπτει μεγάλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις: 16 από τα 25 τμήματα εμφανίζουν πλήρη κάλυψη, μεταξύ των οποίων πολλά τμήματα Βιολογίας και Χημείας, ενώ αρκετά τμήματα Φυσικής και Γεωλογίας αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες κάλυψης.
  • Συνολικά, η ελκυστικότητα των σπουδών που συνδέονται με το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι πολυδιάστατη και δεν μπορεί να αποτυπωθεί από έναν μόνο δείκτη. Οι διαφορετικές όψεις της ζήτησης που εξετάζονται στην παρούσα μελέτη δεν κινούνται πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση. Για τον λόγο αυτό, η εξέλιξή τους χρειάζεται να παρακολουθείται συνδυαστικά και διαχρονικά. Οι παραπάνω δείκτες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζονται μαζί με τα χαρακτηριστικά του ίδιου του επαγγέλματος. Η εξαιρετικά περιορισμένη παρουσία νεότερων εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια, η μεγάλη εξάρτηση από αναπληρωτές και η χαμηλή μισθολογική θέση καθιστούν την προσέλκυση νέων αποφοίτων ζήτημα μεσοπρόθεσμης στελέχωσης και όχι μόνο ζήτημα πανεπιστημιακής ζήτησης. Η παρακολούθηση της ελκυστικότητας των σχετικών σπουδών μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει ως ένας από τους πρώιμους δείκτες για τις μελλοντικές δυνατότητες ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού.

 

Κατευθύνσεις πολιτικής: σταθερότητα, ανανέωση, αμοιβές, ποιότητα εργασίας και επαγγελματική ανάπτυξη

Η συνολική ανάλυση των στοιχείων αναδεικνύει την ανάγκη για μια συνεκτική πολιτική για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, η οποία να συνδέει τη στελέχωση με την ηλικιακή ανανέωση, τις αμοιβές, την ποιότητα της εργασίας, την αξιοποίηση των προσόντων και τη μελλοντική ελκυστικότητα του επαγγέλματος. Στις βασικές κατευθύνσεις περιλαμβάνονται:

  • Σταδιακή μείωση της εξάρτησης από προσωρινές μορφές στελέχωσης εκεί όπου καλύπτονται πάγιες και προβλέψιμες ανάγκες, ώστε η προσωρινή στελέχωση να μην λειτουργεί ως μόνιμος μηχανισμός κάλυψης λειτουργικών αναγκών.
  • Πολυετής προγραμματισμός της ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού, με συστηματική αξιοποίηση στοιχείων για την ηλικιακή σύνθεση, τις αναμενόμενες συνταξιοδοτήσεις και τις ανάγκες ανά βαθμίδα και ειδικότητα, ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
  • Παρακολούθηση της πρόσβασης των γυναικών σε θέσεις διοίκησης, καθώς η υψηλή συμμετοχή τους στο διδακτικό προσωπικό δεν μεταφράζεται αναλογικά σε διευθυντικές θέσεις, ιδιαίτερα στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
  • Βελτίωση της μισθολογικής θέσης των εκπαιδευτικών, με ιδιαίτερη έμφαση στην είσοδο στο επάγγελμα και στα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας, αλλά και στη συνολική μισθολογική εξέλιξη.
  • Βελτίωση της ποιότητας και των συνθηκών εργασίας, με συστηματική παρακολούθηση του πραγματικού χρόνου εργασίας, της εργασίας στον ελεύθερο χρόνο, της αμοιβής της πρόσθετης εργασίας, του φόρτου, της εργασιακής εξουθένωσης και των ψυχοκοινωνικών κινδύνων, καθώς και με ενίσχυση της επαγγελματικής υποστήριξης και αυτονομίας.
  • Αξιοποίηση του υψηλού επιπέδου προσόντων και δεξιοτήτων και σταθερό πλαίσιο συνεχιζόμενης επαγγελματικής ανάπτυξης, με χρόνο μάθησης, σύνδεση της επιμόρφωσης με τις πραγματικές ανάγκες της εκπαιδευτικής εργασίας και δυνατότητα ουσιαστικής αξιοποίησης των νέων γνώσεων και δεξιοτήτων στην πράξη.
  • Συστηματική παρακολούθηση της ελκυστικότητας του επαγγέλματος και των σπουδών που το τροφοδοτούν, ώστε οι μεταβολές στις προτιμήσεις των νέων, στις βάσεις εισαγωγής και στην κάλυψη των πανεπιστημιακών θέσεων να αξιοποιούνται ως πρώιμες ενδείξεις για τις μελλοντικές δυνατότητες ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού.
  • Ουσιαστική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και των συλλογικών τους φορέων στον σχεδιασμό των αλλαγών που επηρεάζουν την οργάνωση της εργασίας, την επιμόρφωση και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών.

Η ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού δεν κρίνεται από έναν μόνο δείκτη. Διαμορφώνεται από τον συνδυασμό σταθερότητας, αμοιβής, συνθηκών και ποιότητας εργασίας, επαγγελματικής αυτονομίας, αξιοποίησης των προσόντων και δυνατοτήτων επαγγελματικής ανάπτυξης και εξέλιξης. Η διατήρηση και ανανέωση ενός υψηλά καταρτισμένου εκπαιδευτικού δυναμικού προϋποθέτει συνεκτική αντιμετώπιση όλων αυτών των διαστάσεων.

 

Σχετικό αρχείο

Παρουσίαση έρευνας – Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα